Τι είναι αλήθεια;


Ερώτηση: Τι είναι αλήθεια;

Απάντηση:
Δύο χιλιάδες χρόνια πριν, η Αλήθεια παραστάθηκε σε δίκη και κρίθηκε από ανθρώπους που ήσαν παραδομένοι στο ψέμα. Για την ακρίβεια, η Αλήθεια αντιμετώπισε έξι δίκες σε λιγότερο από μία πλήρη ημέρα, τρεις από τις οποίες ήταν θρησκευτικές, και τρεις δικαστικές. Στο τέλος, ελάχιστοι άνθρωποι από αυτούς που συμμετείχαν σ' αυτά τα γεγονότα, μπορούσαν ν' απαντήσουν το ερώτημα, «τι είναι αλήθεια;».

Η Αλήθεια, μετά τη σύλληψή της, οδηγήθηκε στον Άννα, έναν διεφθαρμένο πρώην αρχιερέα των Ιουδαίων. Ο Άννας παρέβηκε πολλούς ιουδαϊκούς νόμους κατά τη διάρκεια της δίκης, ένας από αυτούς ήταν πως διεξήγε δίκη στο σπίτι του, προσπαθώντας να επιφέρει αυτό-κατηγορίες ενάντια στον κατηγορούμενο, και να τον πλήξει, ενώ δεν υπήρχε καμία αληθινή κατηγορία εκείνη τη στιγμή. Μετά τον Άννα, η Αλήθεια οδηγήθηκε στον Καϊάφα, τον αρχιερέα εκείνης της περιόδου, που ήταν γαμπρός του Άννα. Ενώπιον του Καϊάφα και του Συνεδρίου, πολλοί ψευδομάρτυρες εμφανίστηκαν και μίλησαν ενάντια στην Αλήθεια, αλλά δεν μπόρεσαν ν' αποδείξουν τίποτα και δεν βρέθηκε αληθής μαρτυρία αξιόποινης πράξης. Ο Καϊάφας παρέβη επτά νόμους ενώ επιδίωκε να κατηγορήσει την Αλήθεια: (1) η δίκη έγινε μυστικά· (2) διεξήχθη τη νύχτα· (3) υπήρξε δωροδοκία· (4) ο κατηγορούμενος δεν είχε κανέναν παρόντα να Τον υπερασπιστεί· (5) η απαίτηση των δύο ή τριών μαρτύρων δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί· (6) χρησιμοποίησαν αυτό-ενοχοποιητική μαρτυρία ενάντια στον κατηγορούμενο· (7) εκτέλεσαν την ποινή του θανάτου ενάντια στον κατηγορούμενο την ίδια ημέρα. Όλες αυτές οι ενέργειες απαγορεύονταν από τον ιουδαϊκό Νόμο. Ασχέτως προς αυτό, ο Καϊάφας θεώρησε την Αλήθεια ένοχη, διότι η Αλήθεια ισχυρίστηκε πως είναι Θεός σε ανθρώπινη μορφή, κάτι που ο Καϊάφας αποκάλεσε βλασφημία.

Όταν ήρθε το πρωί, η τρίτη δίκη της Αλήθειας έλαβε χώρα, όπου το ιουδαϊκό Συνέδριο αποφάνθηκε πως η Αλήθεια έπρεπε να πεθάνει. Το Συνέδριο, όμως, δεν είχε το νομικό δικαίωμα να εκτελέσει τη θανατική ποινή, έτσι αναγκάστηκαν να φέρουν την Αλήθεια στον Ρωμαίο διοικητή, εν προκειμένω, στον Πόντιο Πιλάτο. Ο Πιλάτος διορίστηκε από τον Τιβέριο ως ο πέμπτος έπαρχος της Ιουδαίας και υπηρέτησε αυτήν τη θέση από το 26 έως το 36 μ.Χ. Ο επίτροπος είχε εξουσία ζωής και θανάτου και μπορούσε ν' αναστρέψει θανατικές καταδίκες του Συνεδρίου. Καθώς η Αλήθεια στεκόταν μπροστά στον Πιλάτο, περισσότερες ψευδείς κατηγορίες ακούστηκαν εναντίον της. Οι εχθροί του Χριστού είπαν, «Διαπιστώσαμε πως τούτος εδώ διαστρέφει το φρόνημα του λαού και τους εμποδίζει να πληρώνουν φόρο στον Καίσαρα ισχυριζόμενος για τον εαυτό του πως είναι ο Χριστός κι είναι ο ίδιος βασιλιάς»! (Λουκάς 23:2, ΛΟΓΟΥ) Αυτό ήταν ψέμα, αφού η Αλήθεια είχε πει σε όλους να πληρώνουν φόρους (Ματθαίος 22:21) και ποτέ δεν μίλησε για τον εαυτό Του προκαλώντας τον Καίσαρα.

Μετά από αυτό, έγινε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία μεταξύ της Αλήθειας και του Πιλάτου. «Μπήκε λοιπόν ξανά στο Διοικητήριο ο Πιλάτος, κάλεσε τον Ιησού και τον ρώτησε: «Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;». Ο Ιησούς του αποκρίθηκε: «Από μόνος σου το ρωτάς αυτό ή άλλοι σου μίλησαν για μένα;». Ο Πιλάτος αποκρίθηκε: «Λες και είμαι Ιουδαίος εγώ; Ο λαός ο δικός σου και οι αρχιερείς σε παρέδωσαν σε μένα. Τι έκανες;». Ο Ιησούς αποκρίθηκε: «Η βασιλεία η δική μου δεν είναι από τον κόσμο τούτο. Αν η βασιλεία μου ήταν από τον κόσμο τούτο, οι στρατιώτες μου θ' αγωνίζονταν να μην παραδοθώ στους Ιουδαίους. Επομένως η δική μου βασιλεία δεν είναι από εδώ». Του είπε τότε ο Πιλάτος: «Άρα λοιπόν είσαι βασιλιάς. Έτσι δεν είναι;». Ο Ιησούς απάντησε: «Μόνος σου το λες ότι εγώ είμαι βασιλιάς. Εγώ για ένα σκοπό γεννήθηκα και για έναν σκοπό ήρθα: Να γίνω μάρτυρας της αλήθειας. Όποιος προέρχεται από την αλήθεια ακούει τη φωνή μου.» Τον ρωτάει ο Πιλάτος: «Τι είναι αλήθεια;» (Ιωάννης 18:33–38).

Η ερώτηση του Πιλάτου, «Τι είναι αλήθεια;» αντηχεί διαμέσου της Ιστορίας. Επρόκειτο άραγε για μια μελαγχολική επιθυμία να γνωρίσει αυτό που κανένας άλλος δεν μπορούσε να του πει ή ήταν μια κυνική προσβολή ή ίσως μια ερεθισμένη, αδιάφορη απάντηση στα λόγια του Ιησού;

Στον μεταμοντέρνο κόσμο που αρνείται πως μπορούμε να γνωρίζουμε την αλήθεια, το ερώτημα είναι πιο πιεστικό από ποτέ για ν' απαντηθεί. Τι είναι αλήθεια;
Ένας προτεινόμενος ορισμός της Αλήθειας

Ορίζοντας την αλήθεια, μας βοηθάει να σημειώσουμε αρχικά, τι δεν είναι η αλήθεια:

• Αλήθεια δεν είναι ό,τι δουλεύει. Αυτή είναι η φιλοσοφία του πραγματισμού, μια προσέγγιση της μορφής – ο σκοπός σε αντίθεση με τα μέσα. Είναι αλήθεια πως κάποια ψεύδη φαίνεται πως «δουλεύουν» αλλά δεν παύουν να είναι ψεύδη και όχι η αλήθεια. • Αλήθεια δεν είναι απλώς οτιδήποτε είναι λογικό και κατανοητό. Μια ομάδα ανθρώπων μπορεί να συναντηθεί κάπου και ν' αποφασίσει μια συνωμοσία που στηρίζεται σε κάποια ψέματα, και όλοι να συμφωνήσουν σ' αυτήν την ψευδή πλοκή. Η παρουσίαση αυτής υπόθεσης δεν καθιστά την πλοκή αλήθεια.

• Αλήθεια δεν είναι οτιδήποτε κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται ευχάριστα. Δυστυχώς, διάφορα δυσάρεστα νέα αποτελούν αλήθειες.

• Αλήθεια δεν είναι οτιδήποτε η πλειονότητα των ανθρώπων λέει πως είναι αλήθεια. Το πενήντα ένα τοις εκατό μιας ομάδας μπορεί να καταλήξει σε εσφαλμένο συμπέρασμα.

• Αλήθεια δεν είναι οτιδήποτε είναι εμπεριστατωμένο. Μια μακροσκελής και λεπτομερής παρουσίαση μπορεί να καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα.

• Η αλήθεια δεν ορίζεται από τον επιδιωκόμενο σκοπό. Οι καλές προθέσεις ενδέχεται να σφάλλουν.

• Η αλήθεια δεν είναι το πώς γνωρίζουμε· είναι το τι γνωρίζουμε.

• Αλήθεια δεν είναι οτιδήποτε γίνεται πιστευτό. Ένα πιστευτό ψέμα εξακολουθεί να είναι ψέμα.

• Αλήθεια δεν είναι ό,τι αποδεικνύεται δημόσια. Μια αλήθεια μπορεί να είναι γνωστή σε λίγους (για παράδειγμα η τοποθεσία ενός θαμμένου θησαυρού).

Η λέξη αλήθεια, σημαίνει, ετυμολογικά, «φανερός», «αυτό που δεν αποκρύπτεται». Εμπεριέχει τη σκέψη πως η αλήθεια είναι πάντοτε εκεί, πάντοτε ανοικτή και διαθέσιμη σε όλους να την δουν, χωρίς να κρύβεται ή να είναι δυσδιάκριτη. Η εβραϊκή λέξη για την αλήθεια είναι εμέθ, που σημαίνει «σταθερότητα», «αμεταβλητότητα» και «διάρκεια». Ένας τέτοιος ορισμός υπονοεί μια παντοτινή ουσία και κάτι πάνω στο οποίο μπορείς να βασιστείς.

Από φιλοσοφική άποψη, υπάρχουν τρεις απλοί τρόποι να ορίσουμε την αλήθεια:
1. Αλήθεια είναι αυτό που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
2. Αλήθεια είναι αυτό που αντιστοιχεί στο αντικείμενό του.
3. Αλήθεια είναι απλά το να πεις τα πράγματα ως έχουν.

Πρώτον, η αλήθεια ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή «σ' αυτό που είναι». Είναι κάτι πραγματικό. Η αλήθεια, επίσης, ανταποκρίνεται στη φύση. Με άλλα λόγια, αντιστοιχεί στο αντικείμενό της και γίνεται γνωστή καθώς αναφέρεται. Για παράδειγμα, ένας δάσκαλος μπροστά σε μια τάξη μπορεί να πει, «εδώ, η μόνη έξοδος από την αίθουσα βρίσκεται στα δεξιά». Για τους μαθητές που έχουν μπροστά τους τον δάσκαλο, η πόρτα εξόδου μπορεί να βρίσκεται στ' αριστερά τους, αλλά είναι απολύτως αλήθεια πως η πόρτα, για τον δάσκαλο, είναι στα δεξιά του.

Η αλήθεια, επίσης, αντιστοιχεί στο αντικείμενό της. Μπορεί να είναι απολύτως αληθές πως ένα πρόσωπο χρειάζεται συγκεκριμένα μικρογραμμάρια από ένα φάρμακο αλλά ένα άλλο πρόσωπο μπορεί να χρειάζεται περισσότερα ή λιγότερα από το ίδιο φάρμακο για να προκύψει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Αυτό δεν αποτελεί σχετική αλήθεια, αλλά παράδειγμα του πώς η αλήθεια αντιστοιχεί στο αντικείμενό της. Θα ήταν λάθος (και εν δυνάμει επικίνδυνο) για έναν ασθενή να ζητήσει μια ακατάλληλη δόση ή να προτείνει πως οποιοδήποτε φάρμακο θα ωφελήσει σε μια συγκεκριμένη ασθένεια.

Με δυο λόγια, η αλήθεια είναι να λες τα πράγματα όπως είναι. Κάθε άλλη άποψη είναι εσφαλμένη. Μια θεμελιώδης φιλοσοφική αρχή είναι η δυνατότητα διάκρισης μεταξύ αλήθειας και λάθους, ή, όπως παρατήρησε ο Θωμάς Ακινάτης, «είναι καθήκον του φιλοσόφου να κάνει διάκριση».

Προκλήσεις της αλήθειας
Τα λόγια του Ακινάτη δεν είναι πολύ δημοφιλή σήμερα. Το να κάνεις διακρίσεις θεωρείται παλιομοδίτικο στη μεταμοντέρνα εποχή του σχετικισμού. Είναι αποδεκτό να πεις σήμερα, «αυτό είναι αλήθεια» εφόσον δεν ακολουθείται από το «και συνεπώς εκείνο είναι λάθος». Αυτό παρατηρείται ιδιαίτερα σε ζητήματα πίστης και θρησκείας, όπου κάθε σύστημα πίστης υποτίθεται πως στηρίζεται σε ίση βάση, όσον αφορά την αλήθεια.

Υπάρχουν κάποιες φιλοσοφίες και κοσμοθεωρίες που αμφισβητούν την ιδέα της αλήθειας αλλά όταν θεωρηθούν με κριτικό μάτι, αποδεικνύεται πως από τη φύση τους αυτοαναιρούνται.

Η φιλοσοφία του σχετικισμού λέει ότι όλη η αλήθεια είναι σχετική και δεν υπάρχει καμία απόλυτη αλήθεια. Πρέπει να ρωτήσει, λοιπόν, κάποιος: ο ισχυρισμός «όλη η αλήθεια είναι σχετική» είναι μια αλήθεια σχετική ή απόλυτη; Εάν είναι σχετική αλήθεια, ο ισχυρισμός δεν έχει νόημα· πώς γνωρίζουμε πότε και πού εφαρμόζεται; Αν είναι μια απόλυτη αλήθεια, τότε υπάρχει απόλυτη αλήθεια. Επιπλέον, ο σχετικιστής προδίδει τη θέση του όταν ισχυρίζεται πως η άποψη εκείνου που πιστεύει σε απόλυτες αλήθειες είναι εσφαλμένη – γιατί δεν είναι σωστοί, επίσης, αυτοί που λένε πως υπάρχει απόλυτη αλήθεια; Στην ουσία, όταν ο σχετικιστής λέει, «δεν υπάρχει αλήθεια», σου ζητάει να μην τον πιστέψεις, και το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι ν' ακολουθήσεις τη συμβουλή τους!

Αυτοί που ακολουθούν τη φιλοσοφία του σκεπτικισμού, απλά αμφισβητούν κάθε αλήθεια. Είναι όμως ο σκεπτικιστής σκεπτικός για τον σκεπτικισμό; Αμφισβητεί τον δικό του ισχυρισμό περί αλήθειας; Αν ναι, τότε γιατί να δώσουμε προσοχή στον σκεπτικισμό; Αν όχι, τότε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για ένα πράγμα, τουλάχιστον (με άλλα λόγια, υπάρχει απόλυτη αλήθεια) –ο σκεπτικισμός, ο οποίος, τι ειρωνεία, γίνεται η απόλυτη αλήθεια σ' αυτήν την περίπτωση. Ο αγνωστικιστής λέει πως δεν μπορείς να γνωρίσεις την αλήθεια. Όλο το σκεπτικό, όμως, αυτοαναιρείται διότι ισχυρίζεται πως γνωρίζει τουλάχιστον μία αλήθεια, πως δεν μπορείς να γνωρίσεις την αλήθεια.

Οι μαθητές του μεταμοντερνισμού διαβεβαιώνουν απλά πως δεν υπάρχει συγκεκριμένη αλήθεια. Ο προστάτης άγιος του μεταμοντερνισμού –Φρειδερίκος Νίτσε- περιέγραψε την αλήθεια ως εξής: «Τι είναι τότε η αλήθεια; Ένας κινητός στρατός μεταφορών, μετωνυμιών και ανθρωπομορφισμών … οι αλήθειες είναι ψευδαισθήσεις … νομίσματα που έχουν χάσει την εικόνα τους και τώρα μετρούν μόνο ως μέταλλο, όχι πια ως νομίσματα». Αποτελεί ειρωνεία πως ενώ οι μεταμοντερνιστές κρατούν στα χέρια τους νομίσματα που τώρα είναι «απλό μέταλλο», επιβεβαιώνουν τουλάχιστον μια απόλυτη αλήθεια: η αλήθεια πως καμία αλήθεια δεν πρέπει ν' αποτελεί ισχυρισμό. Όπως και οι άλλες κοσμοθεωρίες, ο μεταμοντερνισμός αυτοαναιρείται και δεν μπορεί να σταθεί κάτω από τον δικό του ισχυρισμό.

Μια δημοφιλής κοσμοθεωρία είναι ο πλουραλισμός, που λέει ότι όλοι οι ισχυρισμοί περί αλήθειας ισχύουν. Αυτό, φυσικά, είναι αδύνατο. Γίνεται δύο ισχυρισμοί –ένας που λέει πως μια γυναίκα είναι έγκυος και ένας άλλος που λέει πως η ίδια γυναίκα δεν είναι έγκυος- να είναι ταυτόχρονα αληθείς; Ο πλουραλισμός καταρρέει στα πόδια του νόμου της μη-αντίφασης, που λέει πως κάτι δεν μπορεί να είναι «Α» και «μη Α» ταυτόχρονα και με την ίδια σημασία. Όπως σχολίασε ένας φιλόσοφος, οποιοσδήποτε πιστεύει πως ο νόμος της μη-αντίφασης δεν αληθεύει (και, εξ' ορισμού, ο πλουραλισμός είναι αληθής), θα πρέπει να χτυπηθεί και να καεί μέχρις ότου φτάσει να παραδεχθεί πως το να χτυπηθεί και να καεί δεν είναι το ίδιο με το να μην χτυπηθεί και να μην καεί. Επίσης, σημείωσε ότι ο πλουραλισμός ισχυρίζεται πως ισχύει, και κάθε άλλη άποψη που αντιτίθεται σ' αυτόν είναι ψευδής· αυτός όμως ο ισχυρισμός αρνείται τη δική του θεμελιώδη αρχή.

Η νοοτροπία πίσω από τον πλουραλισμό είναι μια ανοιχτή αγκαλιά στην ανεκτικότητα. Ο πλουραλισμός, όμως, συγχέει την ιδέα πως καθένας έχει ισότιμη αξία με κάθε ισχυρισμό περί αλήθειας να έχει ισότιμη ισχύ. Πιο απλά, όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι αλλά όλοι οι ισχυρισμοί περί αλήθειας δεν είναι. Ο πλουραλισμός αποτυγχάνει να εννοήσει τη διαφορά μεταξύ άποψης και αλήθειας, μια διάκριση που ο Μόρτιμερ Άντλερ σημειώνει: «Ο πλουραλισμός είναι επιθυμητός και ανεκτός μόνο σ' εκείνες τις περιοχές που αναφερόμαστε σε ζητήματα γούστου μάλλον παρά αλήθειας.»

Η επιθετική φύση της αλήθειας
Όταν η έννοια της αλήθειας κακοποιείται, αυτό γίνεται για έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους λόγους:

Μία κοινή δυσφορία ενάντια σε οποιονδήποτε ισχυρίζεται πως έχει απόλυτη αλήθεια σε ζητήματα πίστης και θρησκείας είναι ότι μια τέτοια στάση είναι «στενόμυαλη». Αυτός που ασκεί κριτική, όμως, αδυνατεί ν' αντιληφθεί πως η αλήθεια, από τη φύση της είναι στενή. Είναι στενόμυαλος ο δάσκαλος που πιστεύει πως 2 + 2 ισούται, μόνο, με 4;

Μια άλλη αντίρρηση στην αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αλαζονεία να ισχυρίζεσαι πως κάποιος έχει δίκιο κι ένας άλλος έχει άδικο. Επιστρέφοντας, όμως, στο παραπάνω παράδειγμα των μαθηματικών, είναι αλαζονικό για έναν δάσκαλο των μαθηματικών να επιμένει πως υπάρχει μία μόνο λύση σ' ένα πρόβλημα αριθμητικής; Είναι, ακόμη, αλαζονικό να λέει ένας κλειδαράς πως μόνο ένα κλειδί θ' ανοίξει την κλειδωμένη πόρτα;

Μια τρίτη κατηγορία εναντίον εκείνων που πιστεύουν στην απόλυτη αλήθεια σε ζητήματα πίστης και θρησκείας είναι πως μια τέτοια αντίληψη αποκλείει ανθρώπους αντί να τους δέχεται. Αλλά μια τέτοια δυσφορία αποτυγχάνει να εννοήσει πως η αλήθεια, από τη φύση της, αποκλείει το αντίθετό της. Όλες οι απαντήσεις, εκτός τους αριθμού 4, αποκλείονται ως σωστό αποτέλεσμα της πρόσθεσης 2 + 2.

Μια άλλη διαμαρτυρία ενάντια στην αλήθεια είναι ότι είναι προσβλητικό και διχαστικό να ισχυρίζεται κάποιος πως έχει την αλήθεια. Αντίθετα, επιχειρηματολογούν όσοι ασκούν κριτική, αυτό που μετράει είναι η ειλικρίνεια. Το πρόβλημα με αυτήν τη θέση είναι ότι η αλήθεια δεν προσβάλλεται από την ειλικρίνεια, την πίστη και την επιθυμία. Δεν έχει σημασία πόσο πολύ πιστεύει κάποιος πως ένα λάθος κλειδί θ' ανοίξει μια πόρτα· το κλειδί δεν θα μπει σωστά και η πόρτα δεν θ' ανοίξει. Η αλήθεια, επίσης, δεν επηρεάζεται από την ειλικρίνεια. Κάποιος που παίρνει στα χέρια του ένα μπουκάλι δηλητήριο και πιστεύει ειλικρινά πως πρόκειται για λεμονάδα, θα υποστεί τα δυσάρεστα αποτελέσματα του δηλητηρίου. Τελικά, η αλήθεια είναι αδιαπέραστη από την επιθυμία. Μπορεί κάποιος να διακατέχεται από σφοδρή επιθυμία το αυτοκίνητό του να περιέχει βενζίνη, αλλά αν ο δείκτης του ντεπόζιτου δείχνει πως έχει αδειάσει και το αυτοκίνητο θα σταματήσει, τότε καμία επιθυμία σ' όλο τον κόσμο δεν θα επιδράσει θαυματουργικά πάνω στο αυτοκίνητο ώστε να συνεχίσει να κινείται.

Κάποιοι παραδέχονται πως υπάρχει απόλυτη αλήθεια αλλά ισχυρίζονται πως μια τέτοια θεώρηση ισχύει μόνο στον χώρο της επιστήμης και όχι σε ζητήματα πίστης και θρησκείας. Πρόκειται για τη φιλοσοφία που ονομάζεται θετικισμός, που έγινε δημοφιλής από τους φιλοσόφους David Hume και A. J. Ayer. Στην ουσία, τέτοιοι άνθρωποι δηλώνουν πως οι ισχυρισμοί περί αλήθειας πρέπει είτε (1) να είναι ταυτολογίες (για παράδειγμα, όλοι οι εργένηδες είναι ανύπαντροι άνδρες) ή (2) εμπειρικά επαληθεύσιμοι (δηλαδή, να επιδέχονται επιστημονική εξακρίβωση). Για τον λογικό θετικιστή, κάθε συζήτηση περί Θεού θεωρείται ανοησία.

Αυτοί που κρατούν την αντίληψη πως μόνο η επιστήμη μπορεί να διατυπώσει ισχυρισμούς περί αλήθειας, αποτυγχάνουν ν' αναγνωρίσουν πως υπάρχουν πολλοί τομείς αλήθειας όπου η επιστήμη αδυνατεί να υπεισέλθει. Για παράδειγμα:

• Η επιστήμη δεν μπορεί ν' αποδείξει τη μαθητεία των μαθηματικών και της λογικής διότι την θεωρεί προαπαιτούμενο.

• Η επιστήμη δεν μπορεί ν' αποδείξει μεταφυσικές αλήθειες, όπως ότι υπάρχει νους, σκέψη πέρα από τη δική μου.

• Η επιστήμη αδυνατεί να παράσχει τη αλήθεια σε ζητήματα ηθικής και δεοντολογίας. Δεν μπορείς, λ.χ., να χρησιμοποιήσεις την επιστήμη προκειμένου ν' αποδείξεις πως οι Ναζί ήσαν κακοί.

• Η επιστήμη αδυνατεί να δηλώσει αλήθειες σχετικά με αισθητικές τοποθετήσεις, όπως η ομορφιά της ανατολής του ήλιου.

• Τέλος, όταν κάποιος δηλώνει πως «η επιστήμη είναι η μόνη πηγή αντικειμενικής αλήθειας», μόλις έχει εκφράσει έναν φιλοσοφικό ισχυρισμό – που δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί επιστημονικά.

Και υπάρχουν εκείνοι που λένε πως η απόλυτη αλήθεια δεν εφαρμόζεται στο χώρο της ηθικής. Όμως, η απάντηση στο ερώτημα, «είναι ηθικό να βασανίζεις και να σκοτώνεις ένα αθώο παιδί;» είναι απόλυτη σε παγκόσμια κλίμακα: Όχι. Ή, για να το θέσουμε πιο προσωπικά, αυτοί που ενστερνίζονται πως η αλήθεια είναι σχετική αναφορικά με την ηθική, πάντοτε θέλουν ο(η) σύζυγός τους να είναι απολύτως πιστός(ή) σ' αυτούς.

Γιατί είναι σημαντική η αλήθεια
Γιατί είναι τόσο σημαντικό ν' αντιληφθούμε και αποδεχθούμε την ιδέα της απόλυτης αλήθειας σε όλους τους τομείς της ζωής (συμπεριλαμβανομένης της πίστης και της θρησκείας); Απλά, διότι στη ζωή υπάρχουν συνέπειες όταν σφάλλουμε. Όταν κάποιος σφάλλει στη φαρμακευτική συνταγή που δίνει, μπορεί να σκοτώσει έναν άνθρωπο· όταν ένας σύμβουλος επενδύσεων παίρνει κακές οικονομικές αποφάσεις μπορεί μια οικογένεια να καταστεί φτωχή· η επιβίβαση σε λάθος αεροπλάνο θα σε φέρει κάπου που δεν επιθυμείς να πας· και η εμπλοκή σου μ' έναν άπιστο σύζυγο μπορεί να προκαλέσει την καταστροφή της οικογένειά σου και ίσως ασθένεια.

Ο χριστιανός απολογητής Ravi Zacharias το θέτει έτσι, «Είναι γεγονός πως η αλήθεια μετράει –ιδιαίτερα όταν είσαι ο τελικός αποδέκτης ενός ψεύδους». Και η αλήθεια αυτή είναι πλέον σημαντική στο χώρο της πίστης και της θρησκείας. Είναι τρομερό να σφάλλεις για μια χρονική περίοδο τόσο μεγάλη όπως η αιωνιότητα.

Ο Θεός και η αλήθεια
Κατά τη διάρκεια των έξι δικών του Χριστού, η αντίθεση μεταξύ της αλήθειας (δικαιοσύνης) και των ψευδών κατηγοριών (αδικίας) ήταν ολοφάνερη. Στεκόταν εκεί ο Ιησούς, η Αλήθεια, και δικαζόταν από ανθρώπους που κάθε πράξη τους κολυμπούσε στα ψεύδη. Οι Ιουδαίοι ηγέτες παρέβησαν σχεδόν όλους τους νόμους που καταρτίστηκαν για να προστατεύουν τον κατηγορούμενο από άδικη κατηγορία. Επιζήτησαν πυρετωδώς να βρουν κάθε πιθανή μαρτυρία που θα καταδίκαζε τον Ιησού, και στην ταραχή τους, στράφηκαν σε ψευδομάρτυρες. Αλλά ακόμη κι αυτό δεν τους βοήθησε να επιτύχουν τον σκοπό τους. Έτσι, παρέβησαν κι άλλο νόμο και βίασαν τον Ιησού να μπλεχτεί.

Οι Ιουδαίοι ηγέτες είπαν πάλι ψέματα μπροστά στον Πιλάτο. Κατηγόρησαν τον Ιησού για βλασφημία, αλλά καθώς γνώριζαν πως δεν θα κατάφερναν να πείσουν τον Πιλάτο να καταδικάσει σε θάνατο τον Ιησού, ισχυρίστηκαν πως ο Χριστός προκάλεσε τον Καίσαρα και εναντιωνόταν στον Ρωμαϊκό νόμο ενθαρρύνοντας το λαό να μην πληρώνει φόρους. Ο Πιλάτος αντιλήφθηκε αμέσως την επιπόλαιη απάτη και ούτε καν ασχολήθηκε με την κατηγορία αυτή.

Ο Ιησούς Χριστός ο Δίκαιος δικάστηκε από τους αδίκους. Το λυπηρό γεγονός είναι ότι οι δεύτεροι πάντοτε διώκουν τους πρώτους. Έτσι ο Κάιν σκότωσε τον Άβελ. Ο σύνδεσμος μεταξύ αλήθειας και δικαιοσύνης από τη μία πλευρά και ψεύδους και αδικίας, από την άλλη, φανερώνεται με διάφορα παραδείγματα στην Καινή Διαθήκη:

• «Γι' αυτό ακριβώς θα αφήσει ο Θεός να λειτουργήσει σ' αυτούς η ενέργεια της πλάνης, έτσι ώστε να πιστέψουν στο ψέμα. Και τούτο, για να κατακριθούν όσοι δεν πίστεψαν στην αλήθεια αλλά ένιωσαν ευχαρίστηση στην αδικία.» (Β΄ Θεσσαλονικείς 2:9–12, ΛΟΓΟΥ, προστέθηκε έμφαση).

• «Κι οπωσδήποτε η οργή του Θεού ξεσπάει από τον ουρανό εναντίον κάθε ασέβειας και αδικίας των ανθρώπων εκείνων, που, ενώ έχουν στην κατοχή τους την αλήθεια, ζουν στην αδικία.» (Ρωμαίους 1:18, ΛΟΓΟΥ, προστέθηκε έμφαση).

• «Ο οποίος θα ανταποδώσει στον καθένα σύμφωνα με τα έργα του. Έτσι, σ' αυτούς που επιδιώκουν δόξα και τιμή και αφθαρσία, παραμένοντας σταθερά στην πραγματοποίηση καλού έργου, θα δώσει ζωή αιώνια, ενώ σ' εκείνους που, διακατεχόμενοι από εγωιστική φιλοδοξία, αρνούνται να υποταχθούν στην αλήθεια και υποτάσσονται στην αδικία, θα ξεσπάσει θυμός και οργή.» (Ρωμαίους 2:6–8, ΛΟΓΟΥ, προστέθηκε έμφαση).

• «Δεν φέρεται άπρεπα, δεν κυνηγάει το δικό της συμφέρον, δεν κυριεύεται από θυμό, δεν κρατά λογαριασμό για το κακό που της κάνουν, δεν χαίρεται για την αδικία, αλλά μετέχει στη χαρά για την επικράτηση της αλήθειας.» (Α΄ Κορινθίους 13:5–6, ΛΟΓΟΥ, προστέθηκε έμφαση).

Συμπέρασμα
Το ερώτημα που έθεσε ο Πόντιος Πιλάτος αιώνες πριν, χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί προκειμένου να καταστεί πλήρως ακριβές. Η παρατήρηση του Ρωμαίου κυβερνήτη «τι είναι αλήθεια» παραβλέπει το γεγονός πως πολλά πράγματα μπορεί να έχουν την αλήθεια αλλά μόνο ένα μπορεί πραγματικά να είναι η Αλήθεια. Η αλήθεια πρέπει να προέρχεται από κάπου.

Η δυνατή πραγματικότητα είναι ότι ο Πιλάτος είχε απέναντί του εκείνο το πρωί, πριν δύο χιλιάδες χρόνια, την πηγή κάθε αλήθειας. Λίγο καιρό πριν συλληφθεί ο Ιησούς και φερθεί στον κυβερνήτη, είχε κάνει την απλή δήλωση, «Εγώ είμαι η αλήθεια» (Ιωάννης 14:6), που φαινόταν μια απίστευτη δήλωση. Πώς ήταν δυνατό ένας απλός άνθρωπος να είναι η αλήθεια; Δεν γινόταν, εκτός εάν ήταν περισσότερο από άνθρωπος, πράγμα το οποίο ισχυριζόταν. Το γεγονός είναι πως ο ισχυρισμός του Χριστού επιβεβαιώθηκε όταν αναστήθηκε από τους νεκρούς (Ρωμαίους 1:4).

Υπάρχει μια ιστορία για κάποιον που ζούσε στο Παρίσι κι ένας ξένος για τη χώρα ήρθε να τον δει. Θέλοντας να δείξει στον ξένο το μεγαλείο του Παρισιού, τον ξενάγησε στο μουσείο του Λούβρου για να δει τη σπουδαία τέχνη, κι από εκεί σ' ένα κονσέρτο, σ' ένα μαγευτικό μουσικό μέγαρο για ν' ακούσει μια μεγάλη συμφωνική ορχήστρα. Στο τέλος της ημέρας, ο ξένος σχολίασε πως δεν του άρεσε ιδιαίτερα ούτε η τέχνη ούτε η μουσική. Ο οικοδεσπότης αποκρίθηκε, «δεν είναι αυτοί υπό κρίση, εσύ είσαι». Ο Πιλάτος και οι Ιουδαίοι ηγέτες νόμιζαν πως δίκαζαν τον Χριστό, ενώ στην πραγματικότητα, ήταν αυτοί που κρίνονταν. Πλέον αυτού, ο Χριστός που δικαζόταν, μια μέρα θα σταθεί ο Κριτής τους, όπως και όλων εκείνων που καταπιέζουν την αλήθεια μέσα στην αδικία.

Ο Πιλάτος, προφανώς, δεν ήρθε ποτέ σε επίγνωση της αλήθειας. Ο ιστορικός Ευσέβιος και επίσκοπος Καισαρείας, γράφει το γεγονός πως ο Πιλάτος τελικά αυτοκτόνησε κάποια στιγμή στη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Καλιγούλα –ένα λυπηρό τέλος και μια υπενθύμιση για τον καθένα, πως η αδιαφορία απέναντι στην αλήθεια οδηγεί πάντοτε σε ανεπιθύμητες συνέπειες.

English


Επιστροφή στην Ελληνική αρχική σελίδα
Τι είναι αλήθεια;