Μονέργεια σε αντίθεση της συνέργειας – ποια άποψη είναι η σωστή;


Ερώτηση: Μονέργεια σε αντίθεση της συνέργειας – ποια άποψη είναι η σωστή;

Απάντηση:
Το θέμα αυτό έχει συζητηθεί έντονα στην Εκκλησία για αιώνες. Δεν είναι υπερβολικό να πούμε πως η συζήτηση αυτή σχετίζεται με αυτήν την καρδιά του ευαγγελίου. Κατ’ αρχήν, ας ορίσουμε τους δύο όρους. Όταν μιλάμε για μονέργεια ή συνέργεια, μιλάμε θεολογικά για το ποιος πραγματοποιεί τη σωτηρία. Η λέξη μονέργεια είναι σύνθετη και σημαίνει «εργάζομαι μόνος»· είναι η άποψη ότι μόνος ο Θεός πραγματοποιεί τη σωτηρία μας. Η άποψη αυτή υποστηρίζεται κυρίως από καλβινιστικές και Αναμορφωμένες παραδόσεις και συνδέεται στενά με αυτό που είναι γνωστό ως «δόγμα της χάρης». Η λέξη συνέργεια είναι και αυτή σύνθετη και σημαίνει «εργάζομαι μαζί»· είναι η άποψη ότι ο Θεός συνεργάζεται μαζί μας ώστε να πραγματοποιηθεί η σωτηρία. Ενώ η μονέργεια συνδέεται στενά με τον Ιωάννη Καλβίνο, η συνέργεια συνδέεται με τον Ιάκωβο Αρμίνιους, και οι απόψεις του έχουν σε μεγάλο βαθμό διαμορφώσει το σύγχρονο ευαγγελικό τοπίο. Ο Καλβίνος και ο Αρμίνιους δεν είναι οι δημιουργοί αυτών των απόψεων, αλλά είναι οι πλέον γνωστοί υπέρμαχοι του καλβινισμού και του αρμινιανισμού.

Αυτές οι δύο απόψεις συζητούνταν πολύ έντονα στις αρχές του 17ου αιώνα, όταν ακόλουθοι του Αρμίνιους δημοσίευσαν Τα πέντε άρθρα της Διαμαρτυρίας, ένα κείμενο που έδειχνε σε τι διαφέρει η θεολογία τους από αυτήν του Καλβίνου και των ακολούθων του. Το σημείο που έχει καίρια σημασία σ’ αυτήν τη συζήτηση είναι η διαφορά μεταξύ του καλβινιστικού δόγματος της απόλυτης εκλογής και του αρμινιανικού δόγματος της εκλογής υπό όρους. Αν κάποιος πιστεύει ότι η εκλογή του Θεού είναι απόλυτη (άνευ όρων), τότε κάποιος κλίνει προς τη μονεργειακή άποψη της σωτηρίας. Αντιθέτως, αν κάποιος αποδέχεται την άποψη πως η εκλογή του Θεού βασίζεται στην πρόγνωση του Θεού για το ποιος θα πιστέψει σ’ Αυτόν, τότε κλίνει προς τη συνεργειακή άποψη.

Η άποψη της απόλυτης εκλογής δηλώνεται στην Ομολογία Πίστης του Westminster: «Αυτοί από το ανθρώπινο γένος που έχουν προοριστεί για ζωή, ο Θεός, πριν από τη δημιουργία του κόσμου, σύμφωνα με τον αιώνιο και αμετάβλητο προορισμό Του, και τη μυστική βουλή και ευδοκία του θελήματός Του, έχει εκλέξει εν Χριστώ, προς αιώνια δόξα, μόνο ένεκα της δωρεάν χάρης και αγάπης Του, χωρίς καμία πρόβλεψη πίστης ή καλών έργων, ή διατήρησης κάποιου εξ αυτών, ή κάποιου άλλου πράγματος στο δημιούργημα, όπως συνθήκες ή αιτίες που το ωθούν προς αυτόν τον προορισμό· και όλα προς έπαινο της ένδοξης χάρης Του (WCF III.5, προστέθηκε έμφαση). Όπως μπορούμε να δούμε, η απόλυτη εκλογή διδάσκει ότι η εκλογή από μέρους του Θεού των εκλεκτών βασίζεται στην ευδοκία του θελήματός Του και σε τίποτα περισσότερο. Επιπλέον, η εκλογή Του δεν βασίζεται στην πρόβλεψή Του για την πίστη του προσώπου ή τα καλά του έργα ή τη διατήρηση της πίστης ή των καλών έργων.

Δύο κλασικές βιβλικές περικοπές υποστηρίζουν αυτό το δόγμα. Η πρώτη είναι Εφεσίους 1:4-5, «καθώς μας έκλεξε διαμέσου αυτού πριν από τη δημιουργία του κόσμου, για να είμαστε άγιοι και χωρίς ψεγάδι μπροστά του με αγάπη· αφού μας προόρισε σε υιοθεσία διαμέσου του Ιησού Χριστού στον εαυτό του, σύμφωνα με την ευδοκία του θελήματός του». Σύμφωνα με την περικοπή αυτή, ο Θεός μας έχει εκλέξει εν τω Χριστώ –αγίους και αμώμους- πριν τη δημιουργία του κόσμου, και η εκλογή αυτή βασίστηκε στην «ευδοκία του θελήματός του». Η άλλη περικοπή είναι η Ρωμαίους 9:16, «δεν εξαρτάται από εκείνον που θέλει ούτε από εκείνον που τρέχει, αλλά από τον Θεό που ελεεί.» Η εκλογή που κάνει ο Θεός δεν εξαρτάται από κάτι που κάνουμε ή πιστεύουμε αλλά γίνεται αποκλειστικά με βάση το διακριτικό έλεος του Θεού.

Η ουσία του καλβινισμού και το επιχείρημα της μονέργειας είναι ότι ο Θεός εργάζεται έτσι που σώζει πραγματικά ανθρώπους και όχι απλά να τους καθιστά ικανούς προς σωτηρία. Καθώς όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται σε κατάσταση αμαρτίας και εξαιτίας της ξεπεσμένης τους φύσης (πλήρης εξαχρείωση), θ’ απορρίπτουν πάντοτε τον Θεό· ο Θεός, συνεπώς, πρέπει να δράσει για να σώσει τους εκλεκτούς χωρίς καμία προϋπόθεση από μέρους τους, τέτοια όπως η πίστη. Για ν’ απονείμει ο Θεός την ευλογία της σωτηρίας και την αιώνια ζωή στους εκλεκτούς, πρέπει πρώτα να κάνει εξιλασμό για τις αμαρτίες τους (περιορισμένος εξιλασμός). Αυτή η χάρη και σωτηρία πρέπει, κατόπιν, να εφαρμοστεί στους εκλεκτούς, κι έτσι το Άγιο Πνεύμα παρέχει τ’ αποτελέσματα της σωτηρίας αναγεννώντας το πνεύμα τους και ελκύοντάς τους στη σωτηρία (ακαταμάχητη χάρη). Τελικά, εκείνους που ο Θεός έχει σώσει θα τους διατηρήσει ως το τέλος (διατήρηση των αγίων). Από την αρχή ως το τέλος, η σωτηρία (από κάθε άποψη) είναι έργο του Θεού και μόνον του Θεού-μονέργεια! Το σημείο είναι ότι πραγματικοί άνθρωποι σώζονται-οι εκλεκτοί. Θεώρησε την περικοπή Ρωμαίους 8:28-30. Σ’ αυτήν βλέπουμε ότι υπάρχει ένα σύνολο ανθρώπων τους οποίους ο Θεός «καλεί σύμφωνα με την πρόθεσή του». Είναι οι άνθρωποι που «αγαπούν τον Θεό». Είναι οι άνθρωποι που στα εδάφια 29-30 ο Θεός τούς έχει προ-γνωρίσει, προορίσει, καλέσει, δικαιώσει και δοξάσει. Ο Θεός είναι Εκείνος που κινεί αυτό το σύνολο των ανθρώπων (αυτούς που αγαπούν τον Θεό, τους εκλεκτούς) από την πρόγνωση έως τον δοξασμό, και κανένας τους δεν θα χαθεί στην πορεία.

Προς υποστήριξη του επιχειρήματος της συνέργειας θα στρέψουμε την προσοχή μας στα Πέντε Άρθρα της Διαμαρτυρίας: «Ότι ο Θεός, με έναν αιώνιο και αμετάβλητο προορισμό εν Χριστώ Ιησού, του Υιού Του, πριν τη δημιουργία του κόσμου, είχε αποφασίσει, από το ξεπεσμένο, ανθρώπινο αμαρτωλό γένος, να σώσει εν Χριστώ, προς χάριν του Χριστού και δια του Χριστού, εκείνους που, μέσω της χάρης του Αγίου Πνεύματος θα πιστέψουν στον Υιό Του Ιησού, και θα επιμείνουν σ’ αυτήν την πίστη και με υπακοή πίστης, μέσω αυτής της χάρης, ακόμη και ως το τέλος· και, από την άλλη πλευρά, ν’ αφήσει τους ανεπίδεκτους και άπιστους στην αμαρτία και υπό την οργή, και να τους καταδικάσει ως αποξενωμένους από τον Χριστό, σύμφωνα με τον λόγο του ευαγγελίου στον Ιωάννη 3:36: «Όποιος πιστεύει στον Υιό, έχει αιώνια ζωή· όποιος, όμως, απειθεί στον Υιό, δεν θα δει ζωή, αλλά η οργή τού Θεού μένει επάνω του», και σύμφωνα με άλλες βιβλικές περικοπές.» (FAR, Άρθρο 1, προστέθηκε έμφαση) Εδώ βλέπουμε ότι η σωτηρία εξαρτάται από την πίστη και την επιμονή του προσώπου. Αυτό που η υπό όρους εκλογή κάνει είναι να θέτει τον αποφασιστικό παράγοντα της σωτηρίας μας ξεκάθαρα επάνω μας, στην ικανότητά μας να εκλέξουμε τον Ιησού και να μείνουμε εν Αυτώ. Τώρα, οι αρμινιαστές θα ισχυριστούν ότι η ικανότητα να εκλέξουμε τον Ιησού είναι το αποτέλεσμα της κοινής χάρης που ο Θεός αρχικά δίνει σε όλους τους ανθρώπους, η οποία αντισταθμίζει τις συνέπειες της Πτώσης και επιτρέπει στον άνθρωπο να εκλέξει και αποδεχθεί ή απορρίψει τον Χριστό. Με άλλα λόγια, ο Θεός πρέπει να κάνει κάτι ώστε να καταστεί δυνατή η εκλογή της σωτηρίας, αλλά στο τέλος είναι η δική μας εκλογή που μας σώζει. Η βιβλική αναφορά του Άρθρου 1 παρέχει βεβαιότητα πως εκείνοι που πιστεύουν έχουν αιώνια ζωή και εκείνοι που απορρίπτουν δεν έχουν αιώνια ζωή, έτσι φαίνεται πως υπάρχει κάποια βιβλική υποστήριξη γι’ αυτό το δόγμα. Έτσι, το επιχείρημα της συνέργειας ισχυρίζεται πως ο Θεός καθιστά τη σωτηρία δυνατή, αλλά είναι η δική μας εκλογή που καθιστά τη σωτηρία πραγματική.

Έτσι, ενώ η μονέργεια ισχυρίζεται ότι ο Θεός είναι και αναγκαία και ικανή συνθήκη για τη σωτηρία μας, η συνέργεια θα συμφωνήσει ότι ο Θεός είναι αναγκαία συνθήκη αλλά θ’ αρνηθεί ότι είναι και ικανή. Η ελεύθερη βούλησή μας συν τη δραστηριότητα του Θεού την καθιστούν ικανή. Μιλώντας λογικά, θα πρέπει να είμαστε σε θέση να δούμε το σφάλμα στο επιχείρημα της συνέργειας –ότι ο Θεός δεν σώζει πραγματικά κανένα. Τοποθετεί την ευθύνη της σωτηρίας σε μας, διότι είμαστε εμείς αυτοί που πρέπει να καταστήσουμε τη σωτηρία πραγματική με την πίστη μας στον Χριστό. Αν ο Θεός δεν σώζει πραγματικά κάποιον, τότε είναι πιθανό πως κανένας δεν θα σωθεί. Αν ο Θεός δεν σώζει πραγματικά κάποιον, πώς ερμηνεύουμε τόσο δυνατές περικοπές όπως την Ρωμαίους 8:28-30; Όλα τα ρήματα αυτής της περικοπής που περιέχει το ελληνικό πρωτότυπο κείμενο βρίσκονται σε χρόνο αόριστο και έγκλιση οριστική, που σημαίνει ότι η πράξη που καταγράφεται θεωρείται πλήρης· δεν υπονοείται το αν υπάρχει ή όχι η δυνατότητα. Από την πλευρά του Θεού, η σωτηρία έχει επέλθει. Περαιτέρω, το Άρθρο 4 της Διαμαρτυρίας λέει ότι μπορεί κάποιος ν’ αντισταθεί στη χάρη του Θεού, και το Άρθρο 5 διαβεβαιώνει ότι εκείνοι που έχουν εκλέξει τη χάρη του Θεού μπορούν επίσης να ξεπέσουν απ’ αυτήν και να «επιστρέψουν σ’ αυτόν τον παρόντα πονηρό κόσμο», στερούμενοι τη χάρη. Η άποψη αυτή αντιφάσκει με την καθαρή διδασκαλία των Γραφών αναφορικά με την αιώνια ασφάλεια του πιστού.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε πώς ανταποκρινόμαστε στη βιβλική υποστήριξη για εκλογή υπό όρους (σχ. Ιωάννης 3:36); Δεν αρνούμαστε ότι η πίστη είναι αναγκαία για να καταστεί η σωτηρία μια «τελειωμένη δουλειά» στη ζωή μας, αλλά πού τοποθετείται η πίστη στη σειρά της σωτηρίας (Ordo Salutis); Αν, ξανά, θεωρήσουμε τη Ρωμαίους 8:29-30, βλέπουμε μια λογική σειρά στη σωτηρία. Η δικαίωση, γι’ αυτήν τυπικά γίνεται λόγος όταν αναφερόμαστε στη σωτηρία δια της πίστης, είναι τέταρτη σ’ αυτόν τον κατάλογο και έχουν προηγηθεί η πρόγνωση, ο προορισμός και η κλήση. Τώρα, η κλήση μπορεί να διαιρεθεί στ’ ακόλουθα: αναγέννηση, ευαγγελισμός, πίστη και μετάνοια. Με άλλα λόγια η «κλήση» (που αποκαλείται «αποτελεσματική κλήση» από τους αναμορφωτές θεολόγους) πρέπει, πρώτα, να περιέχει την αναγέννηση με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος (Ιωάννης 3:3). Ακολουθεί το κήρυγμα του ευαγγελίου (Ρωμαίους 10:14-17), και μετά η πίστη και η μετάνοια. Πριν, όμως, συμβεί κάποιο από αυτά, πρέπει λογικά να έχει προηγηθεί η πρόγνωση και ο προορισμός.

Αυτό οδηγεί στο ερώτημα της πρόγνωσης. Οι αρμινιαστές θα ισχυριστούν πως η πρόγνωση αναφέρεται στον Θεό που προ-γνωρίζει την πίστη των εκλεκτών. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε η εκλογή που κάνει ο Θεός για μας δεν βασίζεται στην «ευδοκία του θελήματός του», αλλά μάλλον στην ικανότητά μας να Τον εκλέξουμε, παρά την ξεπεσμένη μας κατάσταση, η οποία σύμφωνα με το Ρωμαίους 8:7 είναι εχθρική προς τον Θεό και αδύναμη να υποταχθεί. Η αρμινιακή άποψη της πρόγνωσης, επίσης, αντιφάσκει με την καθαρή διδασκαλία των περικοπών που αναφέρθηκαν παραπάνω και υποστηρίζουν την απόλυτη εκλογή (Εφεσίους 1:4-5 και Ρωμαίους 9:16). Η άποψη αυτή κατ’ ουσίαν αποστερεί από τον Θεό την κυριαρχία Του και στη θέση της θέτει την ευθύνη της σωτηρίας αποκλειστικά στους ώμους των δημιουργημάτων, που είναι τελείως ανίκανα να σώσουν τον εαυτό τους.

Συμπερασματικά, το βάρος της λογικής μαρτυρίας και το βάρος της βιβλικής μαρτυρίας υποστηρίζουν την άποψη της μονέργειας περί σωτηρίας –ο Θεός είναι ο αρχηγός και ο τελειωτής της σωτηρίας μας (Εβραίους 12:2). «Εκείνος που άρχισε σε σας ένα καλό έργο, θα το επιτελέσει μέχρι την ημέρα του Ιησού Χριστού» (Φιλιππησίους 1:6). Η μονέργεια έχει επίδραση όχι μόνο στο πώς κάποιος θεωρεί τη σωτηρία αλλά και τον ευαγγελισμό. Αν η σωτηρία βασίζεται μόνο στη σώζουσα χάρη του Θεού, τότε δεν υπάρχει χώρος για να καυχηθούμε και όλη η δόξα δίνεται στον Θεό (Εφεσίους 2:8-9). Ακόμη, αν ο Θεός σώζει πραγματικά τους ανθρώπους, τότε οι ευαγγελιστικές μας προσπάθειες πρέπει να φέρνουν καρπό διότι ο Θεός έχει υποσχεθεί να σώσει τους εκλεκτούς. Η μονέργεια ισοδυναμεί με μεγαλύτερη δόξα στον Θεό!

English


Επιστροφή στην Ελληνική αρχική σελίδα
Μονέργεια σε αντίθεση της συνέργειας – ποια άποψη είναι η σωστή;